Ο 3ος Πόλεμος του Κόλπου: Mακροπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες συνέπειες

Διανύοντας ήδη την τρίτη εβδομάδα της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης στο Ιράν, εύκολα μπορεί κανείς να εξάγει το συμπέρασμα ότι μπλέξαμε. Ιδού τα δεδομένα: ποτέ στο παρελθόν δεν έχει υπάρξει άνευ όρων παράδοση καθεστώτος μόνο με αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Μοναδική ίσως εξαίρεση ήταν η Ιαπωνία το 1945, με τη ρίψη δύο πυρηνικών βομβών στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Επειδή κάτι τέτοιο δεν το σκέφτονται ούτε οι πιο ακραίοι σήμερα στην Ουάσινγκτον, εύκολα μπορεί να προβλέψει κανείς ότι το ιρανικό καθεστώς, καίτοι αποδυναμωμένο, θα επιβιώσει. Άλλωστε, και η Χαμάς, μετά από δυόμισι χρόνια ανελέητων βομβαρδισμών αλλά και εξοντωτικών χερσαίων επιχειρήσεων, συνεχίζει να διατηρεί τον έλεγχο στη μισή Γάζα.

Αν οι αντάρτες Χούθι στην Υεμένη, με εξαιρετικά περιορισμένους πόρους, έχουν καταφέρει να ελέγχουν τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα και να ανοιγοκλείνουν το Σουέζ κατά το δοκούν, καταλαβαίνει κανείς πόσο εύκολο είναι για το Ιράν να κάνει αντίστοιχο καθ’ όλο το μήκος του Περσικού Κόλπου και ακόμη περισσότερο στα πολύ στενά Στενά του Ορμούζ.

Κατά συνέπεια, οι τρέχουσες πολεμικές επιχειρήσεις των Αμερικανών μπορεί να καταλήξουν σε ένα από τα δύο ακόλουθα αποτελέσματα: είτε σε μια διαπραγμάτευση εκ νέου μεταξύ των δύο πλευρών και, εν τέλει, σε μια συμφωνία λίγο-πολύ παρόμοια με αυτήν που είχε πετύχει ο Ομπάμα το 2015 και από την οποία αποχώρησε ο Τραμπ το 2018, που θα αποτελούσε και τη βέλτιστη λύση, ιδίως για την ασφάλεια και τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής, σύμφωνα με την οποία το Ιράν θα παραιτούνταν από το πυρηνικό του πρόγραμμα και από τις όποιες περιφερειακές του φιλοδοξίες με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων σε βάρος του· είτε ένα σενάριο αλά Ιράκ της δεκαετίας του ’90, όπου το τέλος των εχθροπραξιών δεν θα οδηγούσε σε εξομάλυνση αλλά σε μια διαρκή χαμηλής έντασης κατάσταση, με διαρκείς και επαναλαμβανόμενες αναταράξεις και συστηματικά προβλήματα στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα και την ασφάλεια των εμιράτων του Περσικού Κόλπου.

Ένα τέτοιο σενάριο δεν θα εξασφάλιζε την επιστροφή της ενεργειακής αγοράς στα προ της 28ης Φεβρουαρίου επίπεδα και θα αποτελούσε μια διαρκή απειλή τόσο για την παγκόσμια ασφάλεια όσο και για την παγκόσμια οικονομία. Στο μεταξύ, οι αγορές φαίνεται να έχουν υποεκτιμήσει τις συνέπειες από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, που αποτελεί και το πιο ισχυρό αντίποινο των Φρουρών της Επανάστασης του Ιράν.

Η ξαφνική αφαίρεση εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου καθημερινά από την παγκόσμια αγορά δεν περιγράφει τη συνολική εικόνα. Ήδη πολλές χώρες της περιοχής έχουν αναγκαστεί να σταματήσουν την άντληση πετρελαίου και να κλείσουν τις πετρελαιοπηγές λόγω έλλειψης αποθηκευτικών χώρων. Η επανέναρξη της άντλησης είναι μια δύσκολη και χρονοβόρα υπόθεση. Το ίδιο ισχύει και για την επαναλειτουργία του σταθμού υγροποίησης φυσικού αερίου στο Κατάρ, που απαιτεί θερμοκρασία -160 βαθμών Κελσίου. Άρα, η τρέχουσα διαταραχή θα διαρκέσει μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού, στην καλύτερη περίπτωση. Και βέβαια, το ιρανικό καθεστώς μπορεί, κατά το δοκούν και ανά πάσα στιγμή, να απειλεί τη ναυσιπλοΐα ως το κυριότερο όπλο αντίδρασης στην απομόνωση που του έχουν επιβάλει οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Ίσως η πιο θετική παρενέργεια της στρατηγικής αποτυχίας του Προέδρου Τραμπ να είναι η αποδοκιμασία μιας πολιτικής βασισμένης όχι μόνο στην αγνόηση του διεθνούς δικαίου αλλά και της κοινής λογικής.