Τουρκία: Κέρδη και Ζημίες από την Ιρανική Κρίση

Άρθρο του Δημήτρη Καιρίδη στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ» της 15ης Μαρτίου, 2026

Αρχικά, η Τουρκία αντιμετώπισε με μεγάλη ανησυχία τη στρατιωτική επέμβαση των Αμερικανών και των Ισραηλινών στο Ιράν. Μια γρήγορη ήττα του ισλαμικού καθεστώτος εκεί μπορούσε να δημιουργήσει μια μαύρη τρύπα στα ανατολικά της, λίγο καιρό αφού έκλεισε τη χαίνουσα πληγή της Συρίας στα νότια. Επιπλέον, μια εύκολη επικράτηση του Ισραήλ θα διευκόλυνε τον δρόμο για τη στρατιωτική του μονοκρατορία στη Μέση Ανατολή, ανταγωνιζόμενο ευθέως οποιεσδήποτε περιφερειακές φιλοδοξίες της Τουρκίας του Ερντογάν.

Ωστόσο, το καθεστώς δεν λύγισε και δεν προσήλθε, όπως κάποιοι ανέμεναν, στη διαπραγμάτευση με σκυμμένο το κεφάλι. Ούτε προέκυψε κάποιος διαλλακτικότερος διάδοχος του Χαμενεΐ, όπως συνέβη στη Βενεζουέλα με την αντιπρόεδρο του Μαδούρο, Ροντρίγκεζ. Οι Ιρανοί δεν βγήκαν στον δρόμο να διεκδικήσουν την ανατροπή του καθεστώτος και δεν μπορούν να βγουν όσο συνεχίζονται οι βομβαρδισμοί. Και βέβαια το καθεστώς επέδειξε ενότητα: δεν διασπάστηκε και δεν υπήρξαν φαινόμενα αποστασίας και λιποταξίας στις δυνάμεις ασφαλείας του.

Κατόπιν τούτων, η σύγκρουση παρατείνεται και οι περισσότεροι αναλυτές προεξοφλούν ότι το ιρανικό καθεστώς, καίτοι εξαιρετικά αποδυναμωμένο στρατιωτικά, θα επιβιώσει. Και άρα η τρέχουσα κρίση θα τελειώσει με μια επιστροφή, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, εκεί δηλαδή που ήταν οι εμπόλεμοι, Αμερική και Ιράν, πριν από την 28η Φεβρουαρίου.

Αυτή η εξέλιξη, η αντοχή δηλαδή του ιρανικού καθεστώτος στις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις, ευνοεί τον Ερντογάν. Δεν είναι τυχαίο ότι στις 9 Μαρτίου ξεκίνησε η πιο σημαντική δίκη στην πρόσφατη τουρκική ιστορία, με βασικό κατηγορούμενο τον Εκρέμ Ιμάμογλου, πρώην δήμαρχο της Κωνσταντινούπολης, μαζί με άλλους 400 συγκατηγορουμένους. Η δίκη προβλέπεται να διαρκέσει καιρό και σίγουρα μέχρι τις εκλογές του 2028, ώστε να μη μπορεί ο Ιμάμογλου, ως υπόδικος, να συμμετάσχει.

Οι αναφορές στον διεθνή Τύπο για την πολιτική αυτή δίωξη είναι ελάχιστες, καθώς το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων και της Δύσης συνολικά είναι στραμμένο στις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο. Έτσι, ο Ερντογάν, ανενόχλητος, μπορεί να συνεχίσει την αποδόμηση της αδύναμης, έτσι κι αλλιώς, τουρκικής δημοκρατίας και να εξασφαλίσει, χωρίς πρόβλημα, την επανεκλογή του σε δύο χρόνια.

Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι η αμερικανική κυβέρνηση έκλεισε άρον άρον και με τον πιο ευνοϊκό τρόπο για τον Ερντογάν την περίφημη υπόθεση της Halkbank, που εκκρεμούσε στην αμερικανική δικαιοσύνη. Η Halkbank κατηγορήθηκε για παραβίαση των αμερικανικών κυρώσεων σε βάρος του Ιράν, για ξέπλυμα μαύρου χρήματος του Ιράν και για διευκόλυνση του ιρανικού καθεστώτος ώστε να έχει πρόσβαση, μέσω της Halkbank, στη διεθνή τραπεζική αγορά.

Σημειωτέον ότι η τουρκική κρατική τράπεζα έχασε όλες τις δίκες στα αμερικανικά δικαστήρια και στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, όπου προσέφυγε διεκδικώντας ασυλία ως κυρίαρχη κρατική οντότητα που δεν υπάγεται στην αμερικανική δικαιοδοσία. Και ενώ κινδύνευε με πρόστιμα δισεκατομμυρίων δολαρίων και διώξεις σε βάρος στενών συνεργατών του ίδιου του Ερντογάν, η αμερικανική κυβέρνηση αποφάσισε να κλείσει την υπόθεση, επικαλούμενη επισήμως τον γεωστρατηγικό ρόλο της Τουρκίας, τη σημασία της για την αμερικανική εξωτερική πολιτική και τη βοήθεια που προσέφερε στην απελευθέρωση των ομήρων της Χαμάς στη Γάζα.

Επιπλέον, η τουρκική διπλωματία πέτυχε να αδρανοποιηθεί το ισραηλινό σχέδιο για ενεργοποίηση του κουρδικού παράγοντα σε βάρος του ιρανικού καθεστώτος. Είναι γνωστό ότι το Κουρδικό αποτελεί το τελικό παίγνιο (endgame) των Ισραηλινών για την πλήρη αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής, καθώς αγγίζει την εδαφική ακεραιότητα τεσσάρων χωρών: της Συρίας, του Ιράκ, του Ιράν και κυρίως της Τουρκίας.

Η διαρροή πληροφοριών ότι επίκειται αποσχιστικό κουρδικό κίνημα εντός Ιράν, από το γειτονικό ιρακινό Κουρδιστάν, κινητοποίησε τους Τούρκους, οι οποίοι άσκησαν όλη τους την επιρροή προκειμένου να μην προχωρήσουν τα ισραηλινά σχέδια. Για την Τουρκία το Κουρδικό αποτελεί υπαρξιακή απειλή και ο Ερντογάν έχει αξιοποιήσει κατά κόρον το γεγονός ότι το PKK συμφώνησε στον αφοπλισμό του αλλά και σε μια πολιτική διαδικασία εξομάλυνσης, υπό τους όρους της τουρκικής κυβέρνησης.

Ενώ, ταυτόχρονα, και οι Κούρδοι της Συρίας, που διεκδικούσαν το δικό τους Κουρδιστάν μετά τη βοήθεια που προσέφεραν στους Αμερικανούς στην πάταξη του ISIS, έχουν μπει στο περιθώριο, υπό τον έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης του Αλ-Σαράα στη Δαμασκό.

Με λίγα λόγια, μια γρήγορη νίκη των αμερικανοϊσραηλινών στο Ιράν κινδύνευε να εδραιώσει την ισραηλινή στρατιωτική μονοκρατορία στη Μέση Ανατολή και να πιέσει την τουρκική θέση και τον ρόλο της εκεί. Τώρα όμως που τα πράγματα περιπλέκονται, η Τουρκία μπορεί να επαναπροβάλει τον εαυτό της ως εκείνον τον παίκτη που μπορεί, με άνεση, να συνομιλεί τόσο με τον Τραμπ όσο και με τον Χαμενεΐ και, κατά συνέπεια, να διεκδικεί τον ρόλο του ενδιάμεσου όταν και εφόσον επανεκκινήσουν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών για την εκτόνωση και, ει δυνατόν, την επίλυση της τρέχουσας ιρανικής κρίσης.

Άρα, ο Ερντογάν, πέρα από τους κινδύνους που αντιμετωπίζει λόγω Ιράν, όπως είναι η πληθωριστική πίεση, η απειλή της τρομοκρατίας και η αύξηση των μεταναστευτικών ροών, έχει καταφέρει να αποκομίσει και συγκεκριμένα κέρδη, αν όχι για την Τουρκία, σίγουρα για το καθεστώς του, το οποίο, παρά τα προβλήματα και τη μείωση της δημοφιλίας του, φαίνεται σήμερα γερά εδραιωμένο απέναντι σε μια διασπασμένη και αποπροσανατολισμένη αντιπολίτευση, με τον διεθνή παράγοντα αδιάφορο, όσο ποτέ πριν, για τον εκφυλισμό της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου στην Τουρκία σήμερα.