Ένα βήμα για ένα πραγματικά βιώσιμο, δίκαιο, αναπτυξιακό και φιλοεπενδυτικό ασφαλιστικό (Ολομέλεια της Βουλής, 26.02.2020)

Η ομιλία μου στην Ολομέλεια της Βουλής στο πλαίσιο της συζήτησης του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων «Ασφαλιστική μεταρρύθμιση και ψηφιακός μετασχηματισμός Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, e-ΕΦΚΑ» στις 26.02.2020.

“Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Υπουργοί, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το παρόν υπό συζήτηση ασφαλιστικό νομοσχέδιο αντιμετωπίζει σειρά προβλημάτων που προκάλεσε η ασφαλιστική αντιμεταρρύθμιση του νόμου Κατρούγκαλου, κατεξοχήν την κήρυξη θεμελιωδών διατάξεών της ως αντισυνταγματικών από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Βασικό πρόβλημα της αντιμεταρρύθμισης, όπως έχει εξηγηθεί κατ’ επανάληψη και στην παρούσα τώρα συζήτηση, ήταν η ακραία αναδιανεμητικότητά του μετατρέποντας το ασφαλιστικό σε δεύτερο φορολογικό, ενισχύοντας την εισφοροδιαφυγή και αποθαρρύνοντας την αποταμίευση και τη συσσώρευση κεφαλαίου, αφού αποσύνδεε με τρόπο κατάφωρα άδικο τις ασφαλιστικές εισφορές από το ύψος των συνταξιοδοτικών απολαβών που θα μπορούσε να προσδοκά ένας συνταξιούχος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εισφοροδιαφυγής βεβαίως ήταν η κατακόρυφη αύξηση, και δεν έχει ειπωθεί αυτό και πρέπει να το έχουμε υπ’ όψιν, στη δημιουργία ΙΚΕ, Ιδιωτικών Κεφαλαιουχικών Εταιρειών, από τους ελεύθερους επαγγελματίες, προκειμένου να αποφύγουν τις δυσβάσταχτες ασφαλιστικές εισφορές ως ιδιώτες που προέβλεπε ο νόμος Κατρούγκαλου.
Απομένει να δούμε το ζήτημα της μισθωτής εργασίας.

Ο κ. Βρούτσης, ως Υπουργός στην κυβέρνηση Σαμαρά, είχε προχωρήσει σε μείωση των εισφορών των μισθωτών. Είμαι βέβαιος, όπως έχουμε υποσχεθεί, ότι θα προχωρήσουμε στην ελάφρυνση της μισθωτής εργασίας για να γίνει η εργασία ελκυστικότερη στα πλαίσια της μείωσης της ανεργίας με γενναίο τρόπο.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό του νομοσχεδίου είναι η ενίσχυση και η ολοκλήρωση της ψηφιοποίησης ώστε να φύγουμε από το άγος των τεράστιων καθυστερήσεων που έχουμε σήμερα στην απόδοση συντάξεων και να αποκτήσει κάθε ασφαλισμένος μία online καρτέλα όπου θα βλέπει τα της σύνταξής του, προκειμένου να αποκατασταθεί, κατά το δυνατόν, η τρωθείσα εμπιστοσύνη των πολιτών, των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων, στο σύστημα.

Έρχομαι, όμως, τώρα στην κριτική που έχει ασκηθεί από την αντιπολίτευση στο νομοσχέδιο, για να πω ότι αυτή είναι έωλη στον βαθμό που βασίζεται σε σημαντικές παρανοήσεις.

Άκουσα την κ. Αχτσιόγλου, τη βασική εισηγήτρια του ΣΥΡΙΖΑ, και τους υπόλοιπους Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, που επαναλαμβάνουν, ότι η απειροελάχιστη μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης του προϋπολογισμού οδηγεί σε μείωση συντάξεων. Δεν υπάρχει μείωση συντάξεων. Πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε αυτό. Το βασικό ωστόσο είναι ότι θα έπρεπε να είχαμε μάθει ότι η αύξηση ή η μείωση της δαπάνης του προϋπολογισμού για συντάξεις δεν οδηγεί σε αυτόματη αύξηση ή η μείωση των συντάξεων.
Άλλωστε, στα χρόνια της κρίσης είχαμε μεγάλη αύξηση της επιχορήγησης του προϋπολογισμού προς το ασφαλιστικό, με ταυτόχρονη δραματική περικοπή των συντάξεων και ανατροπή της ζωής εκατομμυρίων συνταξιούχων συμπατριωτών μας.

Και αυτό βεβαίως είχε να κάνει με τη μεγάλη αύξηση του αριθμού των συνταξιούχων και τη μείωση των εσόδων από ασφαλιστικές εισφορές εξαιτίας της ανεργίας και της μείωσης του μέσου μισθού. Άρα, και αντίστοιχα και αντίστροφα η κατ’ ελάχιστον μείωση της επιχορήγησης του προϋπολογισμού μπορεί να οδηγεί σε αύξηση συντάξεων στο βαθμό που έχουμε μείωση της ανεργίας και αύξηση του μέσου μισθού, καθώς η οικονομία παίρνει μπροστά.

Συνέχεια αυτής της βασικής παρανόησης από ανθρώπους που χειρίστηκαν το συνταξιοδοτικό όλα αυτά τα χρόνια…

Θα το επαναλάβω, κύριε Πρόεδρε, για να το καταλάβουν όλοι. Είχαμε μεγάλη αύξηση της επιχορήγησης του προϋπολογισμού προς το συνταξιοδοτικό με ταυτόχρονη δραματική περικοπή των συντάξεων, παρόλο που αυξήσαμε την επιχορήγηση, γιατί είχαμε μεγάλη πτώση των εισφορών λόγω ανεργίας και μέσου μισθού και αύξηση των συνταξιούχων.

Άρα και τώρα λόγω της αύξησης του μέσου μισθού και μείωσης της ανεργίας έχουμε περισσότερα έσοδα στο σύστημα και καλύτερες συντάξεις.
Συνέχεια αυτής της βασικής παρανόησης από ανθρώπους που χειρίστηκαν το συνταξιοδοτικό έχει να κάνει και με την περίφημη βιωσιμότητα του συστήματος. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το ασφαλιστικό σύστημα είναι βιώσιμο στο βαθμό που επιχορηγείται και μάλιστα γενναία από τον προϋπολογισμό. Πάνω από τις μισές συντάξεις και σήμερα πληρώνονται από τα φορολογικά έσοδα και όχι από τις ασφαλιστικές εισφορές. Η συνολική επιχορήγηση από το 2000 μέχρι σήμερα του κράτους προς το ασφαλιστικό ισούται με πάνω από τα 3/4 του συνολικού δημόσιου χρέους της χώρας των 330 δισεκατομμυρίων.

Στο βαθμό που η δημογραφική πίεση υπερκεράζει σε βάθος χρόνου την όποια μείωση της ανεργίας και αύξηση του μέσου μισθού η επιλογή μας φοβάμαι και στο μέλλον, όπως μας προειδοποιούν, θα είναι μεταξύ είτε περικοπών είτε αύξησης της κρατικής επιχορήγησης, πράγμα που θα περιορίσει τη δυνατότητα άσκησης, όπως έχει ήδη γίνει, της όποιας άλλης κοινωνικής πολιτικής σε άλλα πεδία, αλλά και της αναπτυξιακής πολιτικής που χρειαζόμαστε αφού πάνω από το 1/3 των φορολογικών εσόδων κατευθύνεται στη στήριξη του συνταξιοδοτικού, άρα δυσβάσταχτοι υψηλοί φόροι.

Είναι, λοιπόν, ανάγκη να προχωρήσουμε -και δεν το κάναμε καθόλου αυτές τις δύο μέρες τώρα εδώ της συζήτησης- σε μια άλλη συζήτηση, όπως με θάρρος έχει σκιαγραφήσει η Νέα Δημοκρατία και προεκλογικά και στις προγραμματικές της δηλώσεις, αλλά όπως κάνει ήδη ο νόμος αυτός τον οποίο συζητάμε εδώ που ενισχύει τα κεφαλαιοποιητικά χαρακτηριστικά του συστήματος συνδέοντας εισφορές με συνταξιοδοτικές απολαβές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως δύναμη του χθες της συντήρησης των αποτυχιών, των παθογενειών της μεταπολίτευσης τρομοκρατεί με τα περί Πινοσέτ. Όμως η εισαγωγή ενός κεφαλαιωτικού πυλώνα, όπως έκανε η Γερμανία, η Σουηδία και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν πολύ μικρότερο πρόβλημα από εμάς δεν μπορεί να ξορκίζεται με κραυγές αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί σε αυτήν τη συζήτηση.

Πέρα από το δημογραφικό τίθεται το τεράστιο ζήτημα των επενδύσεων που συνδέεται με το τι είδους ασφαλιστικό σύστημα έχουμε. Η χώρα μας αντιμετωπίζει τεράστιο έλλειμμα επενδύσεων. Βρίσκονται σήμερα στο 1/3 περίπου αυτών που είχαμε το 2008. Η χώρα μας έχει το χαμηλότερο ποσοστό επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρώπη. Το συνολικό επενδυτικό κενό ξεπερνά τα 100 δισεκατομμύρια της τελευταίας δεκαετίας. Οι επενδύσεις σήμερα συνεχίζουν να υπολείπονται των αποσβέσεων και άρα το συνολικό επενδεδυμένο κεφάλαιο στη χώρα μας συνεχίζει να μειώνεται μειώνοντας την παραγωγικότητα, μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και καταστρέφοντας τις αναπτυξιακές της προοπτικές. Άρα, πρέπει να δούμε τις επενδύσεις. Ο μοχλός επενδύσεων σε όλο τον σοβαρό κόσμο συνδέεται με την εθνική αποταμίευση, η οποία προκαλείται κατεξοχήν από ένα ασφαλιστικό, πράγμα που δεν το έκανε μέχρι τώρα το δικό μας.

Τέλος, πρέπει να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη και την κοινωνική δικαιοσύνη απέναντι στη γενιά τη δικιά μου και στις νεότερες γενιές που έχουν κληθεί να πληρώσουν τα σπασμένα. Λόγω δημογραφίας, λόγω επενδύσεων, λόγω αποκατάστασης των αδικιών και της εμπιστοσύνης πρέπει να ενισχύσουμε τα κεφαλαιοποιητικά χαρακτηριστικά του συστήματος. Άρα, όπως είπε και ο Πρωθυπουργός μας, Κυριάκος Μητσοτάκης, την περασμένη Κυριακή βρισκόμαστε στην πρώτη φάση μιας γενναίας συνολικής μεταρρυθμιστικής προσπάθειας επίλυσης με δίκαιο τρόπο και αναπτυξιακό ενός προβλήματος που μας οδήγησε ή εν πάση περιπτώσει συνέβαλε στη χρεοκοπία της χώρας και μας καθηλώνει σε χαμηλή πτήση.

Θα ήθελα να συγχαρώ τον Υπουργό, κ. Βρούτση και την ομάδα του για τη δουλειά που έγινε σε πολύ γρήγορο χρονικό διάστημα, φέρνοντας αυτήν την μεταρρύθμιση, την οποία με χαρά και ενθουσιασμό θα υπερψηφίσουμε και να τον παρακαλέσω για μια ακόμα φορά να δει ένα ζήτημα, το οποίο συζητήσαμε και πριν την Ολομέλεια, επειδή υπάρχει και ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών εδώ τον οποίο αφορά άμεσα, που έχει να κάνει με την εξίσωση των τίτλων κτήσης των λεγόμενων αποδείξεων επαγγελματικής δαπάνης με τα μπλοκάκια προκειμένου να υπάρχει δικαιοσύνη απέναντι στους ελεύθερους επαγγελματίες στο βαθμό που καλύπτουν την ασφαλιστική τους εισφορά, γιατί μπήκαν οι εισφορές εδώ και ένα χρόνο από το νόμο Κατρούγκαλου και διατηρούνται σήμερα, ενώ έχουμε προχωρήσει στην αναθεώρηση για τους υπόλοιπους ελεύθερους επαγγελματίες.

Σας ευχαριστώ πολύ.”