Καιρός για Καιρίδη (Athens Voice, Μάκης Προβατάς, 09.05.2019)

Πηγή: ATHENS VOICE

 O Δημήτρης Καιρίδης μιλάει στην ATHENS VOICE λίγο πριν τις ευρωεκλογές στις οποίες είναι υποψήφιος με τη Νέα Δημοκρατία. 

Δημήτρης Καιρίδης. Κάποιοι θα τον επιλέξουν να μας εκπροσωπήσει στην Ευρωβουλή, όμως αντιπροσωπεύει όλους τους πολιτισμένους, σκεπτόμενους Έλληνες με αγωνία για το μέλλον της Ελλάδας…

Μόλις ανακοινώθηκε η συμμετοχή του στο ευρωψηφοδέλτιο της Νέας Δημοκρατίας υπήρξε μεγάλη χαρά στον κόσμο της. Τον γνώρισαν κυρίως μέσα από την παρουσία του στο Action 24. «Αυτός ο άνθρωπος δέχεται να βοηθήσει την προσπάθειά μας». Αμέσως δέχτηκε μαζική επίθεση από τους αντιπάλους με τον πιο σίγουρο τρόπο, τα fake news γύρω από τις απόψεις του…

Ευτυχώς για όλους τους Έλληνες, ψηφοφόρους και μη της ΝΔ, ο Μητσοτάκης δεν υπέκυψε στον φασισμό του πληκτρολογίου. Στήριξε την επιλογή του. Ευτυχώς γιατί ο συγκεκριμένος φασισμός θα είναι διαρκώς εδώ, και αν υποκύψεις μία φορά θα είσαι μονίμως από κάτω.

Στην «Πανούκλα», ο Καμύ λέει «υπήρχε μία εποχή που όποιος έλεγε δύο συν δύο ίσον τέσσερα, τον έκαιγαν στην πυρά». Ένας επιστήμονας, όπως εσείς, μιλάει και λέει με επιστημονικό τρόπο ότι οι Τούρκοι έχουν κάνει δύο γενοκτονίες μέσα στον 20στό αιώνα, των Αρμενίων και των Ποντίων. Γιατί αυτό το τόσο δεδομένο θα πρέπει να το πει με τρόπο που θα ικανοποιήσει τον μέσο όρο;
Στη συλλογική μνήμη των εθνών και των λαών, τα ιστορικά και μάλιστα τραγικά γεγονότα, όπως μια γενοκτονία, έχουν ιδιαίτερο βάρος και φόρτιση. Αυτό ισχύει και για μας τους Έλληνες, με την αδιαμφισβήτητη ιστορικά γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού. Η εθνική μνήμη είναι μεγάλη κληρονομιά και παρακαταθήκη και η διατήρηση και συνέχεια της είναι οδηγός επιβίωσης για το παρόν και προσανατολισμός για το μέλλον. Από την άλλη, στον χώρο της πολιτικής επιστήμης υπάρχει το σημαντικό κεφάλαιο της διαρκούς αξιολόγησης της ιστορίας. Η ιστορία, άλλωστε, σε μεγάλο βαθμό, είναι η πολιτική του παρελθόντος. Οι πολιτικοί επιστήμονες είμαστε, από τη θέση μας, υποχρεωμένοι να ψάξουμε το πώς ένα έθνος αξιολογεί, αναδεικνύει, επικαιροποιεί και κυρίως αξιοποιεί την ιστορία του. Εκείνο που σίγουρα δεν πρέπει να κάνει ένα έθνος είναι να εντάξει τον απολογισμό και την αξιολόγηση της ιστορίας του στις κομματικές διαμάχες της εκάστοτε πολιτικής συγκυρίας. Και μάλιστα με τη μεθοδολογία της στρέβλωσης, παραχάραξης και αλλοίωσης των θέσεων και των απόψεων. Αυτό μπορεί να ακούγεται αυτονόητο, όμως, δυστυχώς, έχω την αίσθηση ότι στη χώρα μας πρέπει συχνά να αναλισκόμαστε στο να επιβεβαιώνουμε το αυτονόητο.

Στην Ελλάδα, οι πιο ξεπερασμένες ιδεολογίες είναι και οι πιο ισχυρές. Ως πολιτικός επιστήμονας, πώς το εξηγείτε;
Ο δημόσιος διάλογος στην πατρίδα μας δείχνει εγκλωβισμένος σε παρωχημένα σχήματα, την ώρα που οι άλλοι τρέχουν, που ο κόσμος αγκαλιάζει την 4η βιομηχανική επανάσταση και την τεχνητή νοημοσύνη. Αυτό το στοίχημα, την ώρα που άλλοι τα κατάφεραν στην περιφέρεια της Ευρώπης, είναι η δική μου η έγνοια και ο λόγος που μπήκα σε αυτή την πολιτική μάχη. Θεωρώ ότι το 2019 είναι έτος-σταυροδρόμι για την Ελλάδα. Η απόφαση που θα πάρουμε δεν αφορά απλώς μια ιδεολογική αντιπαράθεση, αφορά το μέλλον της χώρας. Διαφορετικά, η χώρα εγκλωβίζεται σε μια στασιμότητα που οδηγεί σε περιπέτειες, από την οποία πάρα πολύ δύσκολα θα βγει, γιατί στο μεταξύ αποδυναμώνεται, γερνάει, φεύγουν οι νέοι, οι αποταμιεύσεις τελειώνουν, δεν γίνονται επενδύσεις. 

Είναι λάθος που οι Έλληνες νομίζουμε ότι πάντα κάτι θα γίνεται και θα σωνόμαστε. 
Υπάρχει αυτή η εντύπωση πως, ό,τι και να γίνει, στο τέλος θα υπάρχει ο από μηχανής Θεός που θα μας γλιτώσει. Όμως, ο ανταγωνισμός σήμερα είναι μεγάλος και κανείς δεν μπορεί να σωθεί αν δεν θέλει και δεν προσπαθήσει ο ίδιος. Ακόμα και το «ευρωπαϊκό κεκτημένο», με το οποίο η γενιά μου μεγάλωσε θεωρώντας το δεδομένο, μπορεί ανά πάσα στιγμή να τεθεί σε αμφισβήτηση, όπως η κρίση απέδειξε. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα χωρών, τα οποία παρήκμασαν και δεν ανένηψαν. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, πρέπει να ενισχύσουμε την αξιοπιστία μας και τις διεθνείς συμμαχίες μας. Αυτό σημαίνει ισχυρή θέση της Ελλάδας εντός μιας ισχυρής Ευρώπης. 

Πάντως, η πλειοψηφία των Ελλήνων μοιάζει να είναι φίλο-ευρωπαίοι…
Το πιστεύω. Και αυτό συχνά εκπλήσσει τους ξένους, ιδίως τους Αμερικάνους. Οι Έλληνες είμαστε φιλο-ευρωπαίοι και παραμείναμε, ακόμα και μέσα στην κρίση. Αυτό δέσμευσε και περιόρισε ακόμα και τους τυχοδιωκτισμούς του Αλέξη Τσίπρα, το πρώτο εξάμηνο του 2015, και τον ανάγκασε να ακολουθήσει τον ευρωπαϊκό δρόμο. Βέβαια έχω και μια κριτική για τον ελληνικό φιλοευρωπαϊσμό, ο οποίος αποδεικνύεται συχνά επιφανειακός και προσχηματικός. Θέλουμε να ανήκουμε στο ισχυρό κλαμπ αλλά αρνηθήκαμε πεισματικά τις αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις που θα καθιστούσαν αυτή τη συμμετοχή πιο παραγωγική. Είναι χαρακτηριστικό ότι τις δύο φορές που «μπήκαμε» στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, αυτό που ακολούθησε, ήταν αντι-μεταρρύθμιση. Και το 1981 και το 2001. 

Τελικά η πραγματική διάκριση είναι μεταξύ Βορρά – Νότου ή μεταξύ χωρών που θέλουν και χωρών που δεν θέλουν να προσαρμοστούν και να πάνε μπροστά;
Σίγουρα, όπως κάθε απλουστευτικό σχήμα έτσι κι αυτό περιέχει μία παραμόρφωση της πραγματικότητας. Όμως, σε γενικές γραμμές, υπάρχει ένας Νότος ο οποίος αποκλίνει από τον Βορρά τόσο γιατί οι δομές της ευρωζώνης δεν βοηθούν, και γιατί, κι εδώ πρέπει να είμαστε ειλικρινείς, δεν κάνει αυτά που πρέπει. Μιλώντας για την ελληνική περίπτωση, κάνουμε αντι-μεταρρύθμιση στην Παιδεία, στη Δικαιοσύνη, στη Δημόσια Διοίκηση. Και, φυσικά, στο τέλος καταλήγουμε σε μία αδιέξοδη κουβέντα «τι θα κάνουν οι Γερμανοί για εμάς». Οι Γερμανοί δεν θα κάνουν τίποτα για εμάς, εάν δεν κάνουμε πρώτα εμείς κάτι για εμάς. Όμως, ταυτόχρονα, στο βαθμό που εμείς μεταρρυθμιζόμαστε, οι Γερμανοί θα πρέπει να καταλάβουν ότι η σημερινή πορεία είναι αδιέξοδη, οδηγεί σε νέα κρίση. Η λύση είναι η ενίσχυση της «πολιτικής διάστασης» της ευρωζώνης.

Σε αυτό το περιβάλλον, ποια πιστεύετε ότι είναι τα προσόντα του Μητσοτάκη που θα παίξουν ρόλο;
Είναι ένας πολιτικός της νέας εποχής. Πρώτα απ’ όλα, γνωρίζει τα θέματα. Το λέω μετά λόγου γνώσης γιατί έχω μιλήσει μαζί του, σε ανύποπτο χρόνο. Και σε πάνελ, απέναντί του. Γνωρίζει σε βάθος τα θέματα της δημόσιας πολιτικής, της κοινωνικής ασφάλισης, της οικονομίας, της εξωτερικής πολιτικής, της ενέργειας. Έχει ασχοληθεί, έχει την πανεπιστημιακή προπαίδεια και γνωρίζει την ανάγκη της Ελλάδας να επιταχύνει τον βηματισμό. Επιπλέον είναι πολιτικός σύγχρονος με την έννοια ότι είναι προσηλωμένος στο αποτέλεσμα, στο «διά ταύτα». Αυτό λείπει στην Ελλάδα. Κάνουμε κριτική, χωρίς να καταλήγουμε ποτέ στο «διά ταύτα». Η χώρα δεν μπορεί να παλινδρομεί μεταξύ «καταγγελίας» και «γλειψίματος» των ξένων, όπως ζήσαμε τα τελευταία τεσσεράμισι χρόνια. Οι ξένοι έχουν τα συμφέροντά τους κι εμείς πρέπει να δούμε τα δικά μας. Πρέπει να βρούμε τη μέση οδό και αυτή είναι του ορθού λόγου, της σοβαρής και αξιόπιστης διεκδίκησης των εθνικών συμφερόντων και της οικοδόμησης ουσιαστικών συνεργασιών. Όχι με κραυγές και άγνοια, αλλά με σύστημα και γνώση. Η Ευρώπη είναι ένα ανταγωνιστικό πεδίο. Ή θα ανασκουμπωθούμε και θα ανταγωνιστούμε ή θα παρακμάσουμε εντός της. Σήμερα συγκρινόμαστε με τους Πολωνούς, αύριο θα συγκρινόμαστε με τους Βούλγαρους και σε 30 χρόνια θα λέμε τι πήγε λάθος και εκεί που ήμασταν ψηλά, βρεθήκαμε χαμηλά.

Όταν λέτε «Καιρός για Καιρίδη», τι είναι αυτό που μπορείτε να φέρετε στην προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας;
Αυτό που θα με χαρακτήριζε, αν λίγο μου επιτραπεί να περιαυτολογήσω, είναι ότι είμαι ένας άνθρωπος με τεκμηριωμένη και ξεκάθαρη άποψη. Έχω ασχοληθεί με τα ευρωπαϊκά και διεθνή θέματα και πώς η Ελλάδα εμπλέκεται με αυτά, με έχουν απασχολήσει, έχω γράψει, έχω μιλήσει. Το κάνω με μία μαχητικότητα ίσως λίγο ασυνήθιστη για κάποιους πανεπιστημιακούς συναδέλφους, αλλά παρακινούμαι από την αγωνία μου για την πορεία του τόπου, καθώς βλέπω άλλους να μας ξεπερνούν και να μας αφήνουν πίσω. Μάχη με γνώση, για την Ελλάδα. Όχι κραυγές και φασαρία χωρίς νόημα, αλλά «φασαρία» με νόημα. Με αιχμηρή ευγένεια. Η μάχη του ’19 είναι η μάχη της δικής μου γενιάς. Αυτό που ήταν εύκολο να γίνει το 2015, είναι πιο δύσκολο να γίνει το 2019 και θα είναι ακόμα πιο δύσκολο να γίνει το 2023. Γι’ αυτό θεωρώ τόσο κρίσιμο το διακύβευμα αυτών των εκλογών. Με αυτές τις σκέψεις αποφάσισα να πάρω το ρίσκο, να βγω από την ασφάλεια της καθηγητικής θέσης και του τηλεοπτικού αναλυτή – γιατί είναι ασφάλεια το να ασκείς αντί να δέχεσαι κριτική. Πιστεύω ακράδαντα ότι υπάρχει μία μεγάλη  «αθόρυβη» παραγωγική τάξη που πνίγεται από αυτά που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια. Δημιουργικοί, ικανοί άνθρωποι όλων των ηλικιών, οι οποίοι ελπίζουν σε μία αλλαγή, ώστε να μπορέσουν να κάνουν ουσιαστικά πράγματα, σε μία νέα Ελλάδα. Δεν περιμένουν θαύματα αλλά μικρά, ουσιαστικά και υγιή βήματα».