Άρθρο του Δημήτρη Καιρίδη στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο»

Η επικύρωση του τουρκο-λιβυκού από τη βουλή της Λιβύης του 2014 πυροδότησε, για μια ακόμα φορά, μια ακραία όσο και άγονη κομματική αντιπαράθεση στο εσωτερικό, που αδικεί τη σοβαρότητα των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η πατρίδα μας, απέναντι στην κραυγαλέα τουρκική προκλητικότητα.
Αξίζουν, λοιπόν, μερικές διευκρινήσεις. Το ζήτημα της αμφισβήτησης από την Τουρκία των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων στον θαλάσσιο χώρο δεν είναι καινούργιο. Εκκινεί ήδη από το 1973 όταν η Τουρκία, για πρώτη φορά, αμφισβήτησε την υφαλοκρηπίδα των νησιών μας. Μάλιστα, το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας είναι το πιο σοβαρό, στον βαθμό που η αμφισβήτησή της προσβάλει την ίδια την ενότητα του εθνικού χώρου, της ελληνικής χερσονήσου με τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.
Έκτοτε, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις αναγκάσθηκαν να διαχειριστούν τον τουρκικό αναθεωρητισμό. Στη μακρά αυτή πορεία υπήρξαν και θα υπάρχουν σκαμπανεβάσματα. Γιατί η Τουρκία δεν είναι μια μικρή χώρα αλλά έχει φιλοδοξίες μεγάλης δύναμης που είναι αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα, ακόμα και τα στρατιωτικά, με τρόπο που οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες, συχνά, δυσκολεύονται.
Για παράδειγμα, στη Λιβύη η Τουρκία έχει στείλει στρατό και έχει επενδύσει πάρα πολλά για να προσεταιριστεί και την Ανατολική Λιβύη και να την απομακρύνει από την Αίγυπτο. Αυτό δεν αλλάζει την παράνομη και παράλογη φύση του τουρκο-λιβυκού. Όμως, αποδεικνύει ότι η Τουρκία ασκεί μια υπερ-κινητική εξωτερική πολιτική, προκειμένου να διεμβολίσει την ελληνική επιρροή και να αμφισβητήσει τα ελληνικά δικαιώματα.
Η Ελλάδα οφείλει να αποφύγει την ακινησία, να κλειστεί, δηλαδή, στο «καβούκι» της και να περιοριστεί σε όρκους πίστης στο διεθνές δίκαιο, όπως φαίνεται να πιστεύει μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης. Το διεθνές δίκαιο είναι η βάση της εξωτερικής μας πολιτικής αλλά η εφαρμογή του περνά μέσα και από τους συσχετισμούς ισχύος. Η ελληνική κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει επανεξοπλίσει τη χώρα, έχει διευρύνει τις συμμαχίες της, έχει αποκαταστήσει τη διεθνή της αξιοπιστία, έχει πρωταγωνιστήσει στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και έχει ενισχύσει την παρουσία και επιρροή της στην Ουάσιγκτον.
Δεν θα πρέπει να αναλωνόμαστε στο τι είναι η Τουρκία. Όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε στη φύση και την ένταση του τουρκικού μας προβλήματος. Το ζήτημα είναι τι κάνουμε γι’ αυτό. Και εδώ υπάρχει ένα παράδοξο: ενώ οι πολιτικές δυνάμεις εμφανίζονται διχασμένες, όταν βρεθούν στην κυβέρνηση ασκούν μια συγκεκριμένη πολιτική που διαχρονικά μπορεί να περιγραφεί ως «ήρεμα νερά» και αμυντική αποτροπή. Το πρώτο αποφεύγει τις αχρείαστες κρίσεις γιατί είναι εμπεδωμένη η πεποίθηση στην Αθήνα ότι μια κρίση μπορεί να προκαλέσει οπισθοδρόμηση. Και, βέβαια, στο δεύτερο μέτωπο ουδέποτε έχουν επιτευχθεί περισσότερα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα όσο πρόσφατα. Για πρώτη δε φορά, η Ελλάδα έχει αποκτήσει σαφές προβάδισμα στον αέρα.
Η επικύρωση του τουρκο-λιβυκού όσο δυσάρεστη κι αν θεωρείται, παρέχει πρόσθετα εργαλεία στην ελληνική διπλωματική προσπάθεια. Εκθέτει περαιτέρω την Τουρκία διεθνώς και επανασυσπειρώνει όλες τις υπόλοιπες παράκτιες χώρες της περιοχής απέναντι στην τουρκική παραβατικότητα. Θα μπορούσε να λειτουργήσει εποικοδομητικά και για το εσωτερικό μέτωπο αν μπορούσε να οδηγήσει σε μια ειλικρινή συζήτηση του πολιτικού συστήματος όχι για το τι είναι η Τουρκία αλλά για το πως θα την αντιμετωπίσουμε. Και δεν είναι, φυσικά, ειλικρινές να κατηγορείς την κυβέρνηση για κάθε πρωτοβουλία της, όπως η αποστολή των Πάτριοτς στη Σαουδική Αραβία, και, ταυτόχρονα, να τη μέμφεσαι γιατί δεν κάνει περισσότερα.