Κωνσταντίνος Σβολόπουλος 1938-2019

Πηγή Φωτογραφίας: Ναυτεμπορική

Ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος διακρίθηκε για την εργατικότητα και το ήθος του. Έγραψε πολλά βιβλία και χιλιάδες Έλληνες τον γνώρισαν μέσα από τη σύνοψή του της ελληνικής διπλωματικής ιστορίας, η οποία διδάσκεται σε πολλά πανεπιστημιακά τμήματα και αποτελεί το βασικό εγχειρίδιο, ακόμα και σήμερα, για την εισαγωγή των νέων διπλωματών στην υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών.

Ας μου επιτραπεί να πω ότι υπήρξε ταυτόχρονα βενιζελικός και καραμανλικός καθώς αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του στη μελέτη των δυο μεγάλων Ελλήνων ηγετών, οι οποίοι καθόρισαν το πρώτο και το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα αντίστοιχα. Προερχόμενοι αμφότεροι από την ελλαδική περιφέρεια, διακρίθηκαν, σύμφωνα με τον Σβολόπουλο, για τον ρεαλισμό και τον φιλοδυτικό προσανατολισμό τους. Άλλωστε, η πρώτη μεγάλη πρόκληση για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία το 1955, ήταν να διασώσει, ότι μπορούσε, από τη βενιζελική στρατηγική στο Κυπριακό, δηλαδή τη λύση του ζητήματος σε συνεννόηση και όχι σε ρήξη με τη Μεγάλη Βρετανία.

Είχα την ευκαιρία να μοιραστώ το ίδιο γραφείο με τον ΚΣ στο Ίδρυμα Καραμανλή στη Φιλοθέη από το 2007 μέχρι που αρρώστησε. Εκτίμησα πέρα από τις απέραντες γνώσεις του, την ευστροφία και το χιούμορ του. Αλλά και την έγνοια του για τους νέους επιστήμονες. Ο ΚΣ ήταν γενναιόδωρος και πολλοί νεότεροι ιστορικοί ευεργετήθηκαν από τη βοήθειά του. Ίσως επειδή ο ίδιος δεν είχε παιδιά, θεωρούσε τους νέους συναδέλφους «παιδιά» του. Το πιο γοητευτικό στοιχείο του ήταν η τρυφερότητά του προς τη σύντροφο της ζωής του, την Κατερίνα, μια μεγάλη καλλιτέχνιδα η ίδια.

Ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος υπήρξε ισχυρό ανάχωμα στην «αριστερίστικη» ηγεμονία των ιστορικών σπουδών στην πατρίδα μας. Δέχθηκε πολλές επιθέσεις γι’ αυτό, αν και ήξερε να αποφεύγει τις κακοτοπιές. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πάθος του το 2015 να μην ζήσει η Ελλάδα ένα νέο 1920 και οδηγηθεί σε ένα καταστροφικό 1922.

Φεύγει αφήνοντας πίσω του μια σημαντική παρακαταθήκη για όλους τους νεότερους ιστορικούς και, ευρύτερα, κοινωνικούς επιστήμονες της νεότερης Ελλάδας, δυο μόλις χρόνια πριν αναμετρηθούμε με τη διακοσιοστή επέτειο της μεγάλης εθνικής μας επανάστασης.