Η ενεργειακή μετάβαση είναι μια επείγουσα εθνική προτεραιότητα

Η αντιπολίτευση αντί για προτάσεις, αντιφάσκει: είναι και με τους ρύπους και με το περιβάλλον και με το περιβάλλον και ενάντια στις ΑΠΕ. Ο ΣΥΡΙΖΑ κουνάει με θράσος το δάχτυλο για όσα δεν έκανε και τώρα γίνονται.

Ακολουθεί η παρέμβασή μου στην Επιτροπή Παραγωγής & Εμπορίου σήμερα, ως εισηγητής του Σ/Ν του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων: «Δίκαιη Αναπτυξιακή Μετάβαση και ρύθμιση ειδικότερων ζητημάτων απολιγνιτοποίησης»

Σας ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε. Κύριε Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, συζητούμε σήμερα εδώ σε πρώτη ανάγνωση, το νομοσχέδιο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, για τη Δίκαιη Αναπτυξιακή Μετάβαση και την απολιγνιτοποίηση. Επιτρέψτε μου, να προχωρήσω σε μερικές κρίσιμες προκαταρκτικές παρατηρήσεις, για να καταλάβουμε τις διαστάσεις του ζητήματος που συζητάμε, πριν μπω στη συζήτηση, στην περιγραφή και στην ανάλυση των συγκεκριμένων διατάξεων του νομοσχεδίου.

Πρώτον, η ενεργειακή μετάβαση είναι μια μεγάλη μεταρρύθμιση, που εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική της ΕΕ για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας μέχρι το 2050. Η Ευρώπη είναι, και φιλοδοξεί να παραμείνει, πρωτοπόρος σε παγκόσμιο επίπεδο στην αντιμετώπιση της απειλής της κλιματικής κατάρρευσης. Υπογραμμίζω τη λέξη κατάρρευση και όχι, ως συνήθως, κλιματική αλλαγή, διότι το πρόβλημα μπροστά μας είναι αυτό της κατάρρευσης και όχι της απλής αλλαγής του κλίματος.

Δεύτερον. Η Ελλάδα έχει πετύχει μια σημαντική μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα σε σχέση με τη χρονιά βάσης το 1990, αλλά ακόμα περισσότερο με το 2005 τη χρονιά με τις περισσότερες εκπομπές ρύπων. Η πρόοδος για να είμαστε ειλικρινείς, οφείλεται τόσο στη μεγάλη οικονομική κρίση και στη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, όσο και στη μεγάλη αύξηση της συμμετοχής των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην παραγωγή ηλεκτρισμού την τελευταία δεκαετία.

Τρίτον. Η ενεργειακή μετάβαση υπαγορεύεται από μια σειρά λόγους, περιβαλλοντικούς, οικονομικούς, γεωστρατηγικούς, αλλά εντέλει και πολιτικούς. Η ενέργεια από ορυκτά καύσιμα είναι ακριβή και όταν εισάγεται όπως όταν πρόκειται για το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, ευάλωτοι στις αναταραχές των διεθνών αγορών όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα.

Τέταρτον. Ένα κρίσιμο τμήμα της ενεργειακής μετάβασης που είναι και το προκείμενο εδώ που θα συζητήσουμε, είναι αναμφίβολα η απολιγνιτοποίηση και ευρύτερα, επειδή συμπεριλαμβάνουμε και τα μη διασυνδεδεμένα νησιά, η απανθρακοποίηση στην παραγωγή ενέργειας. Η μείωση της συμμετοχής του λιγνίτη στην παραγωγή ηλεκτρισμού στην Ελλάδα – και εδώ είναι το κρίσιμο που πρέπει να προσέξουμε – άρχισε από το 2010. Δεν άρχισε φέτος. Και έκτοτε έχει ήδη μειωθεί κατά 70%. Προσέξτε 70%. Με άλλα λόγια, η διαδικασία άρχισε εδώ και χρόνια και συνδέεται με μια σειρά από λόγους, όπως η απόσυρση παλαιών μονάδων της ΔΕΗ οι οποίες μετά τις αλλεπάλληλες παρατάσεις έχουν κλείσει τον κύκλο λειτουργίας τους, την εισαγωγή το 2003 και τη μεγάλη αύξηση στις τιμές των δικαιωμάτων ρύπων το 2018 και περαιτέρω πιο πρόσφατα που καθιστά την παραγωγή ηλεκτρισμού από την καύση λιγνίτη ασύμφορη και ζημιογόνα και βέβαια τον αυξανόμενο ανταγωνισμό από εναλλακτικές πηγές όπως οι ΑΠΕ των οποίων το κόστος λειτουργίας είναι ελάχιστο και το κόστος εγκατάστασης βαίνει διαρκώς μειούμενο. Έχω φέρει εδώ για τη διευκόλυνσή σας κάποια γραφήματα πολύ χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα η μείωση της παραγωγής από λιγνίτη από 27.000 gw στις 10.000 το 2019 και το καταθέτω στα πρακτικά για να το έχουμε.

Πέμπτον. Με άλλα λόγια, δεν είναι βίαιη εξαιτίας της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας η απολιγνιτοποίηση σήμερα, ούτε βέβαια ακόμα περισσότερο, η διαδικασία της μετάβασης είναι βιαστική. Το αντίθετο. Επί μία δεκαετία και ιδίως μετά το 2015 δεν έγινε απολύτως τίποτα για την προετοιμασία της επόμενης μέρας, μετά την αναπόφευκτη διακοπή της χρήσης λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή. Άλλωστε οι χρονιές με τη μεγαλύτερη πτώση στη χρήση λιγνίτη ήταν μακράν το 2016 και το 2019, επί κυβέρνησης Σύριζα όπως θα δείτε χαρακτηριστικά στο γράφημα που μόλις κατέθεσα.

Έκτον. Όλο το προηγούμενο διάστημα η λιγνιτοπαραγωγή έφθινε και οι θέσεις εργασίας και τα εισοδήματα μειώνονταν. Παρ όλα αυτά, μέχρι το 2019, επικράτησε μια αδικαιολόγητη αδράνεια. Αντίθετα από τα τέλη του 19 έχει γίνει μια μεγάλη προσπάθεια να καλυφθεί το χαμένο έδαφος και να εκπονηθεί και να εφαρμοστεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική που από τη μια αποδέχεται το αναπόφευκτο και από την άλλη ανοίγει μια αξιόπιστη εναλλακτική που θα φέρει τη δυτική Μακεδονία, τη Μεγαλόπολη και τα μη διασυνδεδεμένα νησιά στην πρωτοπορία της πράσινης μετάβασης και μιας σειράς νέων επενδύσεων.

Έβδομο. Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δεσμεύθηκε, το Σεπτέμβριο του 2019 από το βήμα του ΟΗΕ, ότι η Ελλάδα θα παύσει να χρησιμοποιεί το λιγνίτη το 2028. Η δέσμευση αυτή εξειδικεύτηκε το Δεκέμβριο του 2019 -μερικούς μήνες αργότερα- με το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, σύμφωνα με το οποίο μέχρι το 2023 θα έχουν αποσυρθεί όλες οι υπάρχουσες λιγνιτικές μονάδες και μέχρι το 2028 θα ακολουθήσει η «Πτολεμαΐδα 5», η λειτουργία της οποίας θα ξεκινήσει του χρόνου, το 2022.

Όγδοον. Η δέσμευση του Πρωθυπουργού αποδείχθηκε διορατική γιατί στο μεταξύ η τιμή των δικαιωμάτων ρύπων αυξήθηκε κι άλλο καθιστώντας την ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη ακόμα πιο ζημιογόνο για τη ΔΕΗ και ασύμφορη σε σχέση με τις ΑΠΕ. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε τον Ιούνιο του 2021 -λίγους μήνες πριν- σε περαιτέρω αναθεώρηση του στόχου για μείωση των ρύπων το 2030 από το 40%, σε σχέση με τη χρονιά βάσης το 1990, στο 55%. Κάτι που για να έχει η χώρα μας ελπίδα να το επιτύχει θα πρέπει να έχει ολοκληρώσει μέχρι τότε πλήρως την απολιγνιτοποίησή της, καθώς ο λιγνίτης τα παλαιότερα χρόνια έδινε το ένα τρίτο των συνολικών ρύπων.

Ένατο. Το σχέδιο για την απολιγνιτοποίηση ή καλύτερα το Εθνικό Σχέδιο για τη Δίκαιη Αναπτυξιακή Μετάβαση, που συζητάμε σήμερα εδώ, έρχεται να απαντήσει μετά από χρόνια αδράνειας στην πρόσκληση της ομαλής μετάβασης στη νέα εποχή. Το υπό συζήτηση νομοσχέδιο εισάγει τα απαραίτητα θεσμικά εργαλεία για την υλοποίησή του. Κεντρικός στόχος είναι η ευελιξία και η γρήγορη υλοποίηση των πολιτικών όσων έχουν σχεδιαστεί.

Δέκατο. Η πολιτική της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας υπό την Κυβερνητική Επιτροπή με επικεφαλής τον Υπουργό Νίκο Παπαθανάση και τη Συντονιστική Επιτροπή με επικεφαλής τον Κωστή Μουσουρούλη ήδη αποδίδει. Δεν περιμένουμε και πρέπει να το υπογραμμίσουμε αυτό. Πώς;

Πρώτον. Η Ελλάδα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι η πρώτη χώρα που κατέθεσε ΕΣΔΑΜ (Εθνικό Σχέδιο για τη Δίκαιη Αναπτυξιακή Μετάβαση) στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πρώτη χώρα.  

Δεύτερον. Η Ελλάδα εξασφάλισε την υψηλότερη αναλογικά χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την υλοποίηση του Σχεδίου με 887,54 ευρώ ανά κάτοικο σε εξορυκτική περιοχή, όταν η δεύτερη Τσεχία δεν εξασφάλισε ούτε τα δύο τρίτα. Έχω εδώ τον σχετικό πίνακα με τα συγκριτικά στοιχεία από όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν είναι όλες, αλλά όλες όσες αφορά η Δίκαιη Αναπτυξιακή Μετάβαση. Έχουν, δηλαδή, λιγνίτη και άνθρακα και προχωρούν στην απολιγνιτοποίηση-απανθρακοποίηση,  όπου φαίνεται ξεκάθαρα πώς η Ελλάδα είναι πρώτη χώρα σε κατά κεφαλήν χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση χάρη στο γεγονός ότι η Κυβέρνηση εκπόνησε και κατέθεσε πρώτη αυτό το Σχέδιο στην Ένωση για χρηματοδότηση. Καταθέτω στα Πρακτικά και τα δύο γραφήματα. Νομίζω είναι χρήσιμα για τους συναδέλφους.

Τρίτο. Μέσα στους λόγους, στην περιγραφή του τι κάνουμε ήδη, το Σχέδιο μας έχει ήδη εξασφαλίσει αυξημένα κίνητρα για επενδύσεις στις ευάλωτες περιοχές, πράγμα που θα ενσωματωθεί στον υπό συζήτηση αναπτυξιακό νόμο, ο οποίος θα έρθει για ψήφιση σε λίγες βδομάδες, αλλά και ένταξη αυτών των ευάλωτων περιοχών ήδη με το νόμο που ήδη ψηφίσαμε περί στρατηγικών επενδύσεων στη συνεπαγόμενη γρήγορη αδειοδότησή τους, με χαλαρότερα κριτήρια στρατηγικές επενδύσεις, όταν γίνονται σε αυτές τις περιοχές -όπως ήδη ψηφίσαμε και κάνουμε.

Τέταρτον. Το επενδυτικό ενδιαφέρον ιδιωτών ήδη για τη δυτική Μακεδονία είναι εξαιρετικά αυξημένο και ελπιδοφόρο, που δείχνει ότι ήδη η αγορά ανταποκρίνεται και μας οδηγεί σε συνεργασία, για να προχωρήσουμε μπροστά και να εκμεταλλευτούν εκείνοι τα κίνητρα και εμείς τις επενδύσεις και την τεχνολογία που θέλουν να φέρουν.

Πέμπτον, οι μεγάλες επενδύσεις που τρέχουν ή έχουν προγραμματιστεί και αφορούν τόσο τη ΔΕΗ κοντά στα 2 δισ. όσο και το δημόσιο με τα έργα υποδομής, τα οποία έχουμε επιταχύνει στις περιοχές τις ευάλωτες, όπως κατεξοχήν είναι το βόρειο τμήμα του Ε65 για παράδειγμα, η αναβάθμιση του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο σε αντίθεση με τους εξορθολογισμούς -αν μου επιτρέπεται- η έκφραση άλλων Πανεπιστημίων της χώρας είναι προορισμένο να αναπτυχθεί κατ’ εξαίρεση και να δυναμώσει.

Έκτον, τη δέσμευση κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ενός συνολικού ποσού 1,7 δισεκατομμυρίων για το σχέδιο και επενδύσεων που θα ξεπεράσουν τα 7 δις συνολικά μέχρι το 2028. Αν προσθέσετε εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους ΔΕΗ και ιδιώτες -για το 1,7 έχω εδώ τον πίνακα- πώς κατανέμεται τον δίνω και αυτόν  στα πρακτικά. Οι υπόλοιπες επενδύσεις μέχρι τα 7 δις περιλαμβάνονται τα 2 δις της ΔΕΗ και μια σειρά από άλλα έργα υποδομής.

Έβδομον,  προχωρά το κρίσιμο έργο της τηλεθέρμανσης, που αφορά άμεσα τους δημότες σειράς Δήμων στις ευάλωτες αυτές περιοχές, όπως είναι οι Δήμοι Κοζάνης, Εορδαίας και Αμυνταίου, αλλά και η δικτύωση με αγωγούς φυσικού αερίου στο Δήμο Φλώρινας και στο Δήμο Μεγαλόπολης.

Αυτά όλα τα εφτά και μόνο δείχνουν, ότι εμείς δεν απλά σχεδιάζουμε, δεν απλώς ψηφίζουμε, αλλά προχωρούμε άμεσα στην υλοποίηση έργων, να κερδίσουμε το χαμένο χρόνο, μιας μετάβασης που ξεκίνησε το 2010 και είμαστε παραμονή του 2022, για να την προχωρήσουμε. Και ήδη από το 2019 -όπως σας είπα- επιταχύναμε και την προχωρούμε.

Η επιτυχία του σχεδίου μας είναι μια τεράστια εθνική πρόκληση, που δεν αφορά μόνο τον μετασχηματισμό της οικονομίας των ευάλωτων από την απολιχνιτοποίηση και την απανθρακοποίηση περιοχών, όπως κατεξοχήν η περιφερειακή ενότητα Κοζάνης, όπου ο λιγνίτης αποτελεί το μισό της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας. Έχω εδώ μερικά πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για τους τρεις πιο ευάλωτους Νομούς Κοζάνης, Φλώρινας, Αρκαδίας, η Κοζάνη με διαφορά μπροστά, ακολουθούν η Φλώρινα και Αρκαδία στην εξάρτησή τους από τον λιγνίτη και στην περίπτωση της Κοζάνης φτάνει το 51,5% του τοπικού ΑΠΕ.

Αυτά τα δύο γραφήματα, επίσης τα καταθέτω στα πρακτικά, για να έχουμε την πλήρη εικόνα.

Δεν αφορά όμως μόνο αυτούς τους Νομούς και τους τόσο ευάλωτους συνολικά την εθνική οικονομία και τη δυνατότητα της, αφορά τη δυνατότητα της εθνικής μας οικονομίας να δημιουργεί καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας και προστιθέμενη αξία μέσα από επενδύσεις εντάσεως εργασίας και τεχνολογίας καθώς και την επιλογή της Ευρώπης και της Ελλάδας να ηγηθούν της πράσινης μετάβασης παγκοσμίως.

Άλλωστε και η επιλογή μου -αν θέλετε- ως εισηγητή της Πλειοψηφίας, ενός βουλευτή εκτός των ευάλωτων αυτών περιοχών -αν θέλετε του κέντρου- αυτό ακριβώς στο εθνικό, το ευρύτερο από το τοπικό σηματοδοτεί.

 Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια μεγάλη εθνική πρόκληση, που αφορά συνολικά την εθνική οικονομία και όχι μόνον με όλη τη φροντίδα που πρέπει να δώσουμε σε αυτές τις περιοχές που πλήττονται τόσο πολύ και όχι μόνο όμως μόνο αυτούς τους Νομούς.

Η πρόκληση της Κοζάνης και της Φλώρινας είναι πρόκληση εθνική.

Τέλος είναι λάθος να συγκρίνεται η χώρα μας με άλλες χώρες για μια σειρά από λόγους. Η ενεργειακή μετάβαση έχει καταστεί, κύριε Πρόεδρε,  πολύ πιο επείγουσα ειδικά για τη χώρα μας καθώς σε σύγκριση με άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα ελληνικά κοιτάσματα λιγνίτη είναι φτωχότερα πιο ρυπογόνα με μικρότερο θερμιδικό δυναμικό και άρα πιο αντί-οικονομικά σε σχέση με αυτά άλλων χωρών.

Επιπλέον, αρκετές παλαιές ρυπογόνες μονάδες της ΔΕΗ έχουν εξαντλήσει τις μέγιστες ώρες λειτουργίας τους και έχουν αποσυρθεί ή πρέπει άμεσα να αποσυρθούν. Ακόμα, η έλλειψη ενός σχεδίου μετάβασης των εξαρτημένων περιοχών στη νέα εποχή είχε σαν συνέπεια την επιδείνωση της ανεργίας και τη μετανάστευση στις περισσότερες περιοχές.

Τέλος, στο επιχείρημα γιατί η Ελλάδα, γιατί θα ακουστεί αυτό στη συνέχεια και θέλω να το αποδείξω, προκαταρκτικά το 2013 δεν κατάφερε να εξαιρέσει τις λιγνιτικές της μονάδες από την υποχρέωση καταβολής δικαιωμάτων ρύπων, όπως η Πολωνία, η απάντηση είναι πολύ απλή. Η Ελλάδα το προσπάθησε, αλλά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έθεσαν ως όριο το 60% κατά κεφαλήν εισόδημα και η Ελλάδα το 2013, για να μη δημιουργούμε εντυπώσεις, το υπερέβαινε και άρα αποκλείστηκε από αυτήν την εξαίρεση, παρά την προσπάθεια που έγινε τότε. Πάντως, το βέβαιο είναι και στη συζήτησή μας το κρίσιμο ότι δεν μπορούμε να είμαστε και με τα αέρια του θερμοκηπίου και με το περιβάλλον. Και με το περιβάλλον και ενάντια στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τις ανεμογεννήτριες. Αυτές οι αντιφάσεις, τις οποίες διαρκώς επαναλαμβάνει και ανακυκλώνει η αντιπολίτευση, ήρθε η ώρα εδώ, όχι μόνο να τις επισημάνουμε, αλλά να τις ξεπεράσουμε. Διότι, με τα ήξεις αφίξεις και περιβάλλον και αέρια θερμοκηπίου, δεν είμαστε περιβαλλοντολόγοι, είμαστε τσαρλατάνοι, είμαστε καραγκιόζηδες και αυτό να το ξεκαθαρίσουμε μια για πάντα. Εμείς είμαστε περιβαλλοντολόγοι και αναπτυξιολόγοι υπέρ της ανάπτυξης, θέλουμε τη νέα εποχή με επενδύσεις και συγκεκριμένο σχέδιο, το οποίο έχουμε καταθέσει.

 Ο χρόνος μου έχει τελειώσει και δεν έχω προλάβει καν να μπω στα πολύ συγκεκριμένα του νομοσχεδίου για τις νέες δομές που δημιουργούμε. Θα το κάνω, ωστόσο στη δευτερολογία. Άλλωστε, θα είμαστε σε τέσσερις συνεδριάσεις εδώ για να τα πούμε όλα. Ήθελα, ωστόσο να δώσω το πλαίσιο το πολιτικό, το ευρύτερο, το κρίσιμο και να επισημάνω τις αντιφάσεις της αντιπολίτευσης σε μία σειρά από κρίσιμα θέματα. Γιατί, ναι στη συζήτηση, ναι στη συναίνεση, ναι στη συνεννόηση, αλλά επί τη βάσει συγκεκριμένων και όχι αοριστολογιών και με το χωροφύλακα και με τον αστυφύλακα να πατάμε σε δύο βάρκες, όπως είναι σύνηθες σε κάποιους κύκλους της αντιπολίτευσης. Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.